Η λαίμαργη ακρίδα

Ζωγραφιές για το παραμύθι «Η λαίμαργη ακρίδα» της Κατερίνας Ευθυμίου. Ένα παραμύθι για τα αδελφάκια που μαλώνουν και για το πώς η ομόνοια και η συνεργασία μπορούν να λύσουν και τα πιο δύσκολα προβλήματα.

«Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέλφια, που όταν η φύση τα ’πλασε είχε μεγάλα κέφια! Δεν πήγαιναν καλά καλά ούτε Δημοτικό, μα κάθε μέρα σπίτι τους έφερναν τον χαμό. Τον μεγαλύτερο αδελφό τον έλεγαν Θανάση, τον είχε η μανούλα του “μη βρέξει και μη στάξει”. Ήταν πολύ καλό παιδί, ήθελε να χορεύει, του άρεσε να τραγουδά, να χτίζει, να φυτεύει. Μα κι η μικρούλα του αδελφή ήταν πολύ τσαχπίνα, κοκέτα ήταν κι όμορφη, τη λέγαν Κατερίνα. Ήθελε να ’χει γύρω της όλα της τα παιχνίδια, μα πιο πολύ της άρεσαν ρούχα με μπιχλιμπίδια. Κάποιες φορές που παίζανε περνούσανε καλά, αλλά τις περισσότερες στήνανε έναν καβγά. Όλο ο άλλος έφταιγε κι άρχιζαν να φωνάζουν, να κλαίνε από τα νεύρα τους και να μην ησυχάζουν. Όταν ο Θάνος έφτιαχνε κάστρα με τα τουβλάκια,η Κατερίνα τα ’ριχνε πετώντας τους μπαλάκια. Κι αν η μικρούλα έστηνε τις κούκλες να στολίσει,ο Θάνος πήγαινε κρυφά να τις πυροβολήσει. Η μάνα τους η Αργυρώ τραβούσε τα μαλλιά της και από τις πολλές φωνές έχανε τα μυαλά της. “Αχ! Δεν αντέχω πια! Πάλι είναι μαλωμένα,συνέχεια τσακώνονται και είναι μουτρωμένα”.

Το βράδυ για να κοιμηθούν λέγανε παραμύθια που λένε ψέματα πολλά και κάμποση αλήθεια. Και τα αδελφάκια άκουγαν πάντα προσεκτικά, για δράκους και πριγκίπισσες, ζώα και ξωτικά. Και ένα βράδυ η Αργυρώ τους είπε για μια ακρίδα, που όλοι της φωνάζανε “Ακρίδα, πήδα, πήδα!” Και τα παιδιά γελούσανε, ήταν πολύ αστεία, μια ακρίδα τόσο στρουμπουλή να κάνει και ληστεία! Μόλις τα καληνύχτισε, κλείσαν τα βλέφαρά τους και μια ακρίδα φάνηκε, τεράστια, μπροστά τους. Πράσινη ήταν, λαίμαργη, κι απ’ τη μεγάλη πείνα να ροκανίζει άρχισε πρώτα τα κομοδίνα.

 

Τα δυο αδελφάκια έντρομα κάθονταν και κοιτούσαν. “Πώς τρώει όλα τα έπιπλα” έλεγαν κι απορούσαν.”Τώρα σιωπή, παλιόπαιδα, θα έρθει κι η σειρά σας, όταν τελειώσουν τα έπιπλα θα φάω την αφεντιά σας”. “Γιατί, κυρία ακρίδα μας; Μα τι σου ’χουμε κάνει; Καλά παιδάκια είμαστε και όχι χουλιγκάνοι”. Και η ακρίδα απάντησε με νεύρα κι υστερία: “Μη μου τα λέτε εμένα αυτά! Αυτά είναι κοροϊδία! Ολημερίς τσακώνεστε, η γλώσσα σας ροδάνι! Στον κήπο που ’μαι αραχτή, μ’ έχετε ξεκουφάνει. Δεν την αντέχω τόση πια, σας λέω, φασαρία, σε λίγο θα σας καταπιώ! Τελειώσανε τ’ αστεία!” Τ’ αδέλφια αγκαλιαστήκανε πάνω σ’ ένα κρεβάτι κι η ακρίδα παραφύλαγε μ’ ορθάνοιχτο το μάτι. Ο Θάνος σκέφτηκε, παιδιά, κάτι να της πετάξει, μήπως και τα κατάφερνε κρυφά να της το σκάσει.

 

Δεν πρόλαβε τη σκέψη του να πει στην Κατερίνα και “ΧΛΟΥΠ” τον κάνει μια χαψιά η πράσινη ακρίδα. “Τώρα, λοιπόν, κι εσύ μικρή για βόλτα ετοιμάσου…Πάει ο μεγάλος σου αδελφός, έρχεται η σειρά σου!” Και πριν προλάβει “κιχ” να πει, την έφαγε κι εκείνη κι άρχισε να κατρακυλά μέσα σε μία δίνη. Τσουλήθρα κάπως θύμιζε, μα ήταν σκοτεινή, ήταν γλοιώδης, βρόμικη, αηδιαστική. Σύντομα προσγειώθηκε σε κάτι μαλακό. “Αχ, Θάνο, πόσο χαίρομαι! Σε βλέπω ζωντανό!” “Εσύ είσαι, Κατερίνα μου; Και πήρα μια τρομάρα! Πού να βρισκόμαστε άραγε; Μεγάλη σιχαμάρα…” Τριγύρω κοίταξαν κι οι δυο, μα το σκοτάδι πίσσα, νευρίασε ο Θάνος μας, τον έπιασε μια λύσσα! “Μες στην κοιλιά της είμαστε και πρέπει να σκεφτούμε με τους γονείς μας γρήγορα πώς θα ξαναβρεθούμε.” “Σκέψου, αδελφούλη μου καλέ! Και έξω όταν βγούμε, ποτέ ξανά δεν πρόκειται να ξανατσακωθούμε. Γιατί έτσι καταλήξαμε βαθιά μες στο στομάχι και τώρα, απ’ ό,τι φαίνεται, θα δώσουμε μια μάχη.” “Εντάξει, Κατερίνα μου, θα είμαστε ενωμένοι, γιατί αν δεν φύγουμε από δω…πάει, είμαστε χαμένοι! Και σου τ’ ορκίζομαι κι εγώ, με το καλό όταν βγούμε, ποτέ ξανά δεν πρόκειται να ξανατσακωθούμε.” Άρχισαν να το σκέφτονται, πλάνα να καταστρώνουν, όμορφα συζητούσανε, δίχως φωνές να υψώνουν. Λύση καμιά δεν έβρισκαν και ήταν λυπημένοι, σταμάτησαν και να μιλούν, απογοητευμένοι. Και τότε εκεί στα σκοτεινά, έπιασε η Κατερίνα κάτι κι αμέσως φώναξε “Η κίτρινη κουρτίνα!” “Έχω μια ιδέα, Θάνο μου, ίσως και να σωθούμε, σκοινί να την τυλίξουμε και ν’ αναρριχηθούμε.” “Πολύ καλή η ιδέα σου! Γάντζους πρέπει να βρούμε, στις άκρες να τους βάλουμε κι ύστερα να δεθούμε.” Και βρήκανε τα πόμολα από τα δυο γραφεία κι έκαναν αναρρίχηση που έγραψε ιστορία! Ο ένας τον άλλον τράβαγε μέσα στον οισοφάγο, κι έτσι δεν γίνανε μεζές στο ζώο το αδηφάγο. Δουλέψανε κι δυο μαζί για τον κοινό σκοπό κι αυτό έχει αποτέλεσμα, χίλια τοις εκατό! Στο στόμα όταν έφτασαν, άρχισαν να φωνάζουν: “Μαμά! Μπαμπά! Βοήθεια! Μας κατασπαράζουν!” Κι ανάβει ξαφνικά το φως, ακούν “Είστε καλά;” και οι γονείς τα πήρανε αμέσως αγκαλιά. Μόλις τ’ αδέλφια ηρέμησαν, αμέσως κοιταχτήκαν, τα πάντα ευθύς κατάλαβαν και σφιχταγκαλιαστήκαν. Για ύπνο όταν πέσανε το ίδιο όνειρο είδαν και όλα τα θυμόντουσαν, τι είδαν και πού πήγαν! Πόσο πολύ φοβήθηκαν μες στην κοιλιά κι οι δύο, και πώς, όταν ενώθηκαν, νίκησαν το θηρίο. Κι ο ένας στον άλλον ψέλλισε ψιθυριστά στ’ αυτί: “Τα πάντα καταφέρνουμε αν είμαστε μαζί!” Και τώρα που όλα τέλειωσαν, το μυστικό θα πω: το παραμύθι αυτό εδώ το ζήτησε η Αργυρώ, που θέλει τα παιδάκια της να είναι μονοιασμένα,να μην τσακώνονται ποτέ και να ’ναι αγαπημένα. Κι αυτά ισχύουν για όλους μας, μεγάλους και μικρούς: Η αλληλοβοήθεια μας κάνει ισχυρούς.

Γι’ αυτό και σας παρακαλώ, αντί να φαγωθούμε, να βρούμε λύση γρήγορα, μπας και τυχόν σωθούμε!»

Υλικά / τεχνοτροπίες / φόρμες

Ακουαρέλα

Άκουσε το

Date
Category
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ