Ένα ποίημα

Έγραψα ένα ποίημα τα ξημερώματα και το αφιερώνω, στους φίλους που χτες ήταν μαζί μου,
στο αγόρι που συνελήφθη κάτω από το φανάρι Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης και στάθηκα ανάξια να το βοηθήσω και σε όλα τα παιδιά που είναι στα κελιά επειδή πιστεύουν πως στους δρόμους, έστω και μόνοι, μπορούν να “κάνουν κάτι”. 
 “…ας είμαστε ρεαλιστές να ζητάμε το αδύνατο”  Ernesto Che Guevara




Οι Κυριακές που μισώ
Έχουν προηγηθεί
κάτι Σάββατα ,
σαν  πρόβες εξέγερσης.
Λειψές.
Σχεδόν  πια
θέλω να με συλλάβουν,
για να μην ξυπνήσω την άλλη μέρα,
και αντικρίσω
τον ίδιο καταγάλανο  ουρανό.
Με σας,
που είπατε «έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα».
Σας βαριέμαι θανάσιμα.
Σκέφτομαι κάπως απλοϊκά.
Πάντα.
Και  λέω:
Ίσως τότε που θα στέκω άπραγη σε
ένα κελί – επιτέλους πραγματικό,
να είναι μια λύτρωση,
να με σώσει αυτή του η αλήθεια,
η φτιαγμένη από αληθινούς τοίχους,
κάγκελα και υπόκοσμο,
από τα άλλα τα κελιά της κάθε μέρας.
Και ακόμη ακόμη,
ίσως, λέω,
αν κάποιος
θυμηθεί ένα αστείο μου,
που τον έκανε κάποτε να γελάσει,
με την καρδιά του,
θυμηθεί και τις ρίζες της οργής μου
και βγει στους δρόμους να  την ξεσπάσει.
Όχι για το χατίρι μου,
μα
για το χατίρι ενός παλιού αστείου.
Έστω.
Μετά κοιμάμαι με το βάρος
του εσαεί ηττημένου.
Αγκαλιά με την ντροπή.
Ακολουθούν μερικά,
-πάντα-
αγωνιώδη όνειρα,
σαν ταινίες θρίλερ
με κακή τροπή.
Ξυπνώ πολύ πρωί,
από μια ησυχία.
Που μισώ.
Με ξυπνάει σαν κρότος,
 η απουσία ήχων
και ο κάπως ανέμελος,
ύπνος του γείτονα.
Με ξυπνάει
 σαν σκουντιά κάπως άτσαλη,
μάνας βιαστικής που φεύγει για τη δουλειά,
 στον ώμο μικρού μαθητή
που γλυκά κοιμάται,
η καθαρή, η τακτοποιημένη ησυχία
και το  λευκό σεντόνι διπλωμένο «στην τσίτα»
κάποιου σχολαστικού.
Ακόμη και ο καλός καιρός
που κάποτε αγαπούσα,
είναι τώρα εχθρός.
Σύμμαχος
της ήσυχης και καθαρής,
της τακτοποιημένης Κυριακής.
Αποζητώ μια ανεμοθύελλα
στο πρωσικό μπλε.
Οι Κυριακές αυτές
κουβαλούν λύπη με τα καντάρια
και
θλίψη που σπάει τη ζυγαριά
της καρδιάς μου.